σεβρό

σεβρό
το άκλ. шевро

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "σεβρό" в других словарях:

  • σεβρό — το, Ν άκλ. λεπτό και μαλακό κατεργασμένο δέρμα κατσικιού που χρησιμοποιείται για την κατασκευή δερμάτινων ειδών, ιδίως υποδημάτων και γαντιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. chevreau «κατσικάκι» υποκορ. τού chevre (< λατ. capra «κάπρος»)] …   Dictionary of Greek

  • σεβρό — το (λ. γαλλ.), άκλ., είδος δέρματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»